Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011



o "ΣΕΒ" ξαναχτυπά...

μια διαφορετική διαμαρτυρία..

"...δε μετράει το εισιτήριο αλλά το ταξίδι..!!!"

και για όσους έχασαν το προηγούμενο..

'Ενας...αποκριάτικος μονόλογος

- Απόκριες. Τι σκέφεσαι;
- Θα 'θελα να ντυθώ. Μη με πεις παιδί, μα θα 'θελα να ντυθώ.
- Να ντυθείς για σένα ή για τους άλλους;
- Πάντα για σένα κάνεις ό,τι κάνεις. Οι άλλοι είναι μετά...
- Και τι θα 'θελες να ντυθείς;
- Θα ΄θελα να ντυθώ τρένο.
- Περίεργη στολή. Δεν την έχω ξανακούσει. Πώς σου ΄ρθε;
- Θα ΄θελα να ντυθώ τρένο για να γνωρίζω σταθμούς, να βλέπω ανθρώπους, άλλους έτοιμους να φύγουν με τις αποσκευές στο χέρι, άλλους να κατεβαίνουν ευτυχισμένοι, άλλους να χαιρετάνε με μάτια δακρυσμένα...Να φορτώνω τα όνειρά τους, τις μικρές και μεγάλες ευτυχίες και δυστυχίες τους στα βαγόνια μου και να κυλάω στις ράγες της ζωής, κάνοντας αυτό το τσαφ τσουφ που κάνουν τα τρένα, που με μαγεύει. Και να βγάζω καπνό τ' απωθημένα μου από την ατμομηχανή της καρδιάς μου, που ακόμα δεν έχω καταλάβει με τι καύσιμο κινείται.
- Κι αν...αν δε βρεις αυτή τη στολή
- Αν δε βρω αυτή τη στολή, λέω να ντυθώ βροχή. Ν' ανοίγω "μονοπάτια" στα περβάζια και τα παράθυρα των σπιτιών, να κλαίω για χαμένους έρωτες, να τραγουδάω για ήλους που θα ΄ρθουν να με στεγνώσουν, να γελάω με τους διαβάτες των δρόμων που με μια ομπρέλα θα προσπαθούν να ξεγελάσουν την παρουσία μου, να ...
- Κι αν βρεις ούτε κι αυτή τη στολή;
- Τότε θα ντυθώ ακριβώς το αντίθετο. Καλοκαίρι. Ατέλειωτες αμμουδιές, ταβερνάκια με ξύλινα τραπέζια, βρεγμένα παιχνίδια στη θάλασσα, μάτια που ακουμπάνε σ' άλλα μάτια τα βράδυα, χαζεύοντας τις αλητείες του φεγγαριού, βότσαλα που τα πιάνει τρελή πεθυμιά να το σκάσουν απ' την άμμο και να βρεθούν στο βυθό, μυρωδιές γιασεμιού, μουσικές ονείρου, καφές, τσιγάρα και ανοιχτό βιβλίο που χάνεις τη σελίδα του. Καλοκαίρι σου λέω. Μ' όλα αυτά. Κι άλλα. Κι άλλα ...
- Και καλά, πώς σου ΄ρθε να ντυθείς όλα αυτά;
- Είπα να ντυθώ τρένο γιατί μ΄αρέσει να φεύγω, με το μυαλό μου και την καρδιά μου. Γιατί θέλω να ονειρεύομαι. Διάλεξα να ντυθώ βροχή γιατί θέλω να ΄χω μνήμη. Μ' αρέσει να θυμάμαι...Κι ακόμη είπα να ντυθώ καλοκαίρι, γιατί νομίζω πως μια ζωή θα ψάχνω τον έρωτα. Καλοκαίρια και χειμώνες. Γι' αυτό μη με ρωτάς άλλα, σε παρακαλώ. Με κούρασες. Άσε με. Πάω να ψάξω τις στολές μου."

Πηγή : κιτρινισμένο απόκομμα σπορακοαρχείου αγνώστου συγγραφέως.. 

Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Όταν μια μητέρα έχει ασύλληπτη φαντασία και δημιουργικότητα!

Η Adele Enersen, computer specialist από το Ελσίνκι της Φιλανδίας βρήκε έναν ευφάνταστο τρόπο να εξασκήσει το ταλέντο της στη φωτογραφία στον χρόνο που έπρεπε να μείνει με τη νεογέννητη κόρη της! Δημιουργεί φανταστικούς κόσμους γύρω από την κορούλα της, ενώ αυτή κοιμάται και τραβάει αυτές τις καταπληκτικές φωτογραφίες...






















Πηγή : clopyandpaste

Sánchez Piñol (και τα μυαλά στα μίξερ)

Δεν ξεμπερδεύεις εύκολα με τον Albert Sánchez Piñol. Ανθρωπολόγος που ζει στην Βαρκελώνη αλλά και εξαιρετικός συγγραφέας. Παρ’ότι τα θέματα του κινούνται μεταξύ της λογοτεχνίας του Φανταστικού και της περιπέτειας σε ύφος Ι.Βερν (στο πιό απογειωμένο), εύκολα διακρίνεις στο υπόβαθρο τα φιλοσοφικά ερωτήματα που παραμονεύουν, την εκτενή χρήση της αλληγορίας στην γραφή και την λυρική διάθεση.

Τα δύο βιβλία του Piñol με τα οποία θα ασχοληθώ είναι και τα μόνα που κυκλοφορούν στην Ελλάδα – και τα δύο από τις εκδόσεις BELL που η λογοτεχνική τους σειρά είναι αξιολογότατη (και με πολύ χαμηλές τιμές). Το εκπληκτικό «ΨΥΧΡΟ ΔΕΡΜΑ» (σελ.237), (85), το οποίο κυκλοφόρησε στη χώρα μας το 2005 και το υπέροχο «Η ΠΑΝΔΩΡΑ ΣΤΟ ΚΟΝΓΚΟ» (σελ.426), (82), που κυκλοφόρησε νωρίτερα φέτος, και τα δύο σε εξαιρετικές μεταφράσεις του Σ.Ιωαννίδη.
Να πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά, αρχίζοντας από το παλαιότερο και κατά την προσωπική μου άποψη καλύτερο από τα δύο βιβλία. Το «ΨΥΧΡΟ ΔΕΡΜΑ» είναι μιά ιστορία τρόμου και αγωνίας, που σε πρώτη ανάγνωση θυμίζει ταινία του Ρομέρο και του Κάρπεντερ. Το χρονικό πλαίσιο είναι ο μεσοπόλεμος και ένας νεαρός Ιρλανδός αγωνιστής προσπαθώντας να ξεφύγει από τους «δαίμονές του» πιάνει δουλειά ως μετεωρολόγος με μιά ετήσια σύμβαση σε ένα μυστηριώδες νησί κάπου κοντά στον Νότιο Πόλο. Το νησί είναι εκτός ρότας των πλοίων, ουσιαστικά μιά λωρίδα γής σε σχήμα L, με έναν φάρο που κατοικείται από έναν περίεργο τύπο που ονομάζεται Μπατίς Καφό.Ο ήρωας μας, δεν βρίσκει πουθενά τον μετεωρολόγο που θα αντικαθιστούσε και όταν ανοίγει τα κιβώτια που του είχε δώσει η εταιρία βλέπει μέσα δύο καραμπίνες με εκατοντάδες σφαίρες. Σύντομα διαπιστώνει ότι αυτές οι προμήθειες είναι και οι πλέον απαραίτητες αφού μόλις σκοτεινιάζει, κάθε μέρα, δεκάδες περίεργα αμφίβια πλάσματα βγαίνουν από τη θάλασσα και πολιορκούν το σπίτι του και τον φάρο. Τα πλάσματα αυτά , σαν ζόμπι, επιτίθενται τυφλά χωρίς προφύλαξη προσπαθώντας να εξολοθρεύσουν τον νεαρό, εκείνος καταλαβαίνει ότι η μοναδική του ελπίδα είναι να ενωθεί με τον αλλόκοτο Καφό στον φάρο, όταν επιτέλους συνεννοούνται διαπιστώνει ότι ο τύπος εκτός του ότι είναι στην πραγματικότητα ο προηγούμενος μετεωρολόγος (ναι αυτός που θα αντικαθιστούσε ο ήρωας μας), έχει συν τοις άλλοις, ως σκλάβα και σεξουαλική σύντροφο μία θηλυκή εκπρόσωπο των αμφίβιων όντων.

«...Πρόσωπο στρογγυλεμένο και κρανίο άτριχο. Τα φρύδια ήταν γραμμές ενός περίτεχνου στυλ, σαν προϊόν της καλλιγραφίας των Σουμερίων. Μάτια γαλάζια, Θεέ μου, τι μάτια, τι γαλάζιο! Ένα γαλάζιο αφρικάνικου ουρανού, όχι, ακόμα πιό ανοιχτό, πιό καθαρό, πιο έντονο, πιό λαμπερό. Μύτη λεπτή, αιχμηρή, διακριτική, με το ακρορρίνιο να κατεβαίνει πιό χαμηλά από τα πτερύγια. Τα αυτιά, μικροσκοπικά σε σύγκριση με τα δικά μας, είχαν σχήμα ουράς ψαριού- το καθένα χωριζόταν σε τέσσερις μικρούς σπονδύλους. Μήλα διόλου προτεταμένα. Ο λαιμός πολύ μακρύς, και όλο το κορμί καλυμμένο από ένα δέρμα ξασπρισμένου γκρίζου χρώματος με πράσινες πινελιές...Το φύλο δεν καλυπτόταν από κανενός είδους ηβικό τρίχωμα.»

Ισχύς εν τη ενώσει λοιπόν αλλά κάθε βράδυ τα ίδια – πόσο μπορεί να αντέξει κανείς..Και γιατί γίνονται όλα αυτά? Σύντομα ο αφηγητής αντιλαμβάνεται την κατάσταση και το ειρωνικό του πράγματος. Πάντα θεωρούσε τους Βρετανούς ως εισβολείς στη χώρα του, αυτός τι κάνει τώρα εκεί? Σε ποιόν ανήκει αυτό το νησί, μήπως λοιπόν οι κάτοικοί του αναγκάζονται να υπερασπιστούν τον τόπο τους? Συνειδητοποιεί ότι τα αμφίβια πλάσματα έχουν νοημοσύνη ενώ τα παιδιά τους όταν ξεθαρρεύουν και έρχονται κοντά στους δύο υπερασπιστές του φάρου, δεν διαφέρουν από οποιοδήποτε άλλο παιδί του κόσμου...

Ο (αναπόφευκτος) έρωτας γιά την «τερατούλα»,η οποία κάθε βράδυ τραγουδάει έναν περίεργο ψαλμό που ακούγεται σαν ήχος προαιώνιος και υπόκωφος, θα φέρει την ρήξη μεταξύ των δύο τρελλαμένων συντρόφων, την ίδια στιγμή που οι επιθέσεις των «τεράτων» εντείνονται και η κατάσταση δείχνει αδιέξοδη. Ο Sanchez Piñol δεν εφευρίσκει κάποιον «από μηχανής Θεό» γιά να «σώσει» τα πράγματα, απλά όλα ακολουθούν την κυκλική πορεία του χρόνου. Όταν περάσει ο χρόνος, ο αντικαταστάτης του μετεωρολόγου θα έρθει και θα δεχθεί με τη σειρά του την επίθεση των «τεράτων», οι κραυγές θα ακούγονται στο βάθος...

Ο τρόμος και η φρίκη κυριαρχούν σ’αυτό το απίστευτο θρίλερ. Το στομάχι σου δένεται κόμπος, όπως σπάνε τα τζάμια και οι πολιορκητές ουρλιάζουν και στριγγλίζουν απέξω.Η αφηγηματική δεινότητα του συγγραφέα μόνο με αυτήν του Πόε στην «Αφήγηση του Αρθουρ Γκόρντον Πυμ» μπορεί να συγκριθεί, ενώ ο αναγνώστης θα νιώσει σαν να διαβάζει Λόβκραφτ με αρκετή δόση σεξ. Το μεγάλο όμως πλεονέκτημα αυτού του μικρού διαμαντιού είναι ο ρυθμός, ξέφρενος και αγχώδης επιτείνει την αγωνία καθώς γυρνάς τις σελίδες ρουφώντας το μυθιστόρημα. Αλληγορικό στο έπακρο το βιβλίο με γκόθικ στυλ, σε κάνει να συμπαθείς αυτά τα περίεργα πλάσματα του βυθού και να μη ξεχωρίζεις ποιός πραγματικά είναι το τέρας, ποιός είναι ο καλός και ποιός είναι ο κακός. Κυρίως ο «φόβος γιά τον Άλλο» είναι αυτό που σου μένει και τα δυσδιάκριτα (έτσι κι αλλιώς) όρια μεταξύ πολιτισμού και βαρβαρότητας.

Ακριβώς αυτά τα όρια (πολιτισμού και βαρβαρότητας) μπλέκονται στο έτερο έξοχο βιβλίο του Sanchez Piñol, την «ΠΑΝΔΩΡΑ ΣΤΟ ΚΟΓΚΟ». Εδώ ο ικανότατος Καταλανός, φτιάχνει ένα περιπετειώδες (παλιού στυλ) μυθιστόρημα το οποίο στην αρχή θυμίζει Ιούλιο Βερν γιά να εξελιχθεί σε μιά διαφορετική «Καρδιά του σκοταδιού» του Κόνραντ (και να ξαναγυρίσει στο Ταξίδι στο κέντρο της γης του Βερν) ενώ στην πλοκή παρεισφρύουν αποχρώσεις από Γουέλς (Πόλεμος των δύο κόσμων) με μυρωδιές από Μπόρχες και Καλβίνο.

Βρισκόμαστε στις αρχές του 20ου αιώνα και ο νεαρούλης Τόμας Τόμσον είναι ένας «μαύρος»,δηλαδή χρησιμεύει ως αφανής γραφιάς ενός διάσημου συγγραφέα λαϊκών μυθιστορημάτων της εποχής που ειδικεύεται στις εξωτικές περιπέτειες υμνώντας την Αγγλική αποικιοκρατία και την «αθάνατη Βρετανική ψυχή» (τό’χε το DNA τους κι αυτονών, πως να το κάνουμε!). Κάποια στιγμή που ήταν έτοιμος να τα βροντήξει ένας δικηγόρος του αναθέτει να συγγράψει την παράξενη ιστορία του πελάτη του, Μάρκους Γκάρβεϊ, ο οποίος κατηγορείται γιά τον φόνο των δύο νεαρών ευγενών αδερφών Κρέϊβερ στο Κονγκό.

Ο Τόμσον μπορεί να βλέπει μόνο μία φορά την εβδομάδα τον Γκάρβεϊ στην φυλακή και από τις αναμνήσεις του να καταφέρει να γράψει ένα βιβλίο, που κατά τον δικηγόρο του υπόδικου, θα συγκινήσει τον κόσμο και θα αποκαλύψει την κυριολεκτικά απίστευτη ιστορία του πελάτη του.

Ο Γκάρβεϊ προσλαμβάνεται από τους δύο αδερφούς Κρέϊβερ γιά να τους συνοδεύσει ως «άνθρωπος γιά όλες τις δουλειές» στο Κονγκό, όπου οι δύο τυχοδιώκτες πάνε να βρουν χρυσό ή/και διαμάντια. Σε μία πορεία στην Αφρικανική ζούγκλα που θυμίζει (όπως προανέφερα) Κόνραντ, όπου οι λευκοί επιδίδονται σε κάθε είδους σφαγή και βασανισμό των μαύρων που προσλαμβάνουν ως βαστάζους και εργάτες, κάποια στιγμή σε ένα "παραμυθένιο" ξέφωτο βρίσκουν ψήγματα χρυσού και αρχίζουν να φτιάχνουν ένα ορυχείο. Σκάβοντας όμως (και βγάζοντας μεγάλες ποσότητες χρυσού), πέφτουν κατευθείαν στον δρόμο που οδηγεί στα έγκατα της γης απ’όπου περίεργα πλάσματα (οι «Τέκτονες» όπως τους ονόμασαν οι Άγγλοι λόγω των ήχων που έβγαζαν), βγαίνουν στην επιφάνεια στην αρχή παρατηρώντας τους νεοφερμένους αλλά γενικώς με όχι και τόσο καλές προθέσεις. Οι αδίστακτοι Κρέϊβερ αιχμαλωτίζουν ένα μέλος των "Τεκτόνων", μιά πανέμορφη αλλόκοτη ύπαρξη που ειρήσθω εν παρόδω, φυλακίζει στην σκηνή του ό ένας από τους δύο αδερφούς και στην οποία δίνουν το όνομα, Άμγαμ. Ο Γκάρβεϊ ερωτεύεται με πάθος την Άμγαμ και καθώς οι μάχες μεταξύ των πλασμάτων του Κάτω κόσμου με τους «πολιτισμένους» Άγγλους γίνονται όλο και πιό σκληρές βρίσκει τον τρόπο να συνάψει σεξουαλικές σχέσεις μαζί της. Οι «Τέκτονες» επικρατούν σκοτώνοντας τα δύο αδέρφια, ο Γκάρβεϊ την γλυτώνει λόγω της Άμγαμ και όταν μετά από πολλές περιπέτειες φτάνει στην Αγγλία κατηγορείται γιά τον φόνο των αφεντικών του και γιά κλοπή αφού δύο μεγάλα διαμάντια βρίσκονται στην κατοχή του.

Ο Τόμσον γράφοντας αυτή την αλλόκοτη ιστορία αρχίζει να ερωτεύεται κι αυτός αυτήν την υπέροχη ύπαρξη...Αφού θεωρεί κιόλας ότι την διακρίνει στο επισκεπτήριο των φυλακών καλυπτόμενη πίσω από περίεργα φορέματα γιά να μη την καταλάβουν. Κάποια στιγμή θα εκδώσει το βιβλίο το οποίο θα κάνει πάταγο επηρρεάζοντας, όπως σωστά προγραμμάτισε ο πανέξυπνος δικηγόρος την εξέλιξη της δικαστικής υπόθεσης. Η αλήθεια όμως είναι πολύ διαφορετική όπως θα ανακαλύψει σχεδόν τυχαία ο Τόμσον.

Όπως και στο «ΨΥΧΡΟ ΔΕΡΜΑ» κι εδώ έχουμε να κάνουμε με «τέρατα». Οι «Τέκτονες» δεν βγαίνουν από το νερό αλλά από τα έγκατα της γης. Κάτασπροι, σχεδόν χλωμοί παρουσιάζονται όπως λένε οι μαύροι σκλάβοι στον Γκάρβεϊ όπως πρωτοπαρουσιάστηκαν οι Άγγλοι σ’αυτούς. Πρώτα στέλνουν έναν ήσυχο διαπραγματευτή (όπως οι ιεραπόστολοι που τους απειλεί με κάτι σαν την Κόλαση), μετά κάποιους που αρπάζουν ότι βρουν μπροστά τους κατά την διάρκεια της νύχτας και στο τέλος τον στρατό γιά τις «εκκαθαριστικές επιχειρήσεις». Η αλληγορία είναι εμφανής...

Υπάρχει επίσης το ερωτικό στοιχείο με την μορφή μιάς «εξωτικής και αλλόκοτης» ύπαρξης που δεν έχει τίποτα το γήινο. Εδώ η ερωτική ιστορία παίζει μεγαλύτερο ρόλο απ’ότι στο «Ψυχρό δέρμα» αφού καταντάει και εμμονή του αφελή Τόμσον, ο οποίος γνωρίζει καλά ότι «καθοδηγείται» από τον Γκάρβεϊ, που του περιγράφει την ιστορία όπως εκείνος θέλει. Γνωρίζει επίσης ότι ο δικηγόρος δεν είναι τόσο «καλός» όσο παρουσιάζεται σ’εκείνον. Ψάχνει συνέχεια να καταλάβει την πραγματική ιστορία προσπαθώντας να βρει κάποιον επιζώντα ή έστω κάποιον που γνώρισε τους πρωταγωνιστές του δράματος στο Κονγκό. Τα χρόνια περνάνε, ο δικηγόρος ποντάροντας πάνω στο ότι την ίδια εποχή διαδραματίζονταν ο Α Παγκόσμιος πόλεμος παίρνει αναβολές, ο Τόμσον πάει φαντάρος και τραυματίζεται στο μέτωπο, η λύση του μυστηρίου τον περιμένει με την επιστροφή του αλλά αυτός θα το καταλάβει δύο χρόνια αργότερα. Πολύ αργά γιά να επηρρεάσει τις εξελίξεις...

Σ΄αυτό του το μυθιστόρημα ο συγγραφέας βγάζει από μέσα του τον ανθρωπολόγο, και τονίζει ιδιαίτερα τον ρατσισμό, την εκμετάλευση, τις πολιτιστικές διαφορές μεταξύ «πολιτισμένης» Αγγλίας και υποανάπτυκτης Αφρικής. Το Κονγκό είναι διαφορετικό γιά τον καθένα από τους πρωταγωνιστές. Αλλιώς το βλέπουνε τα δύο αδέρφια Κάρβεϊ με την εγγενή σκληρότητά τους και την ξεροκεφαλιά τους, αλλιώς ο υπηρέτης τους Γκάρβεϊ που βρίσκεται στο μεταίχμιο – είναι ένας μελαχροινός λευκός, που του φέρονται ως μαύρο οι αφέντες του ,αλλά από την άλλη είναι λευκός γιά τους μαύρους οι οποίοι τον νιώθουν ως φορέα της λευκής εξουσίας. Τελικά όπως ο ίδιος ο Τόμσον καταλαβαίνει, το Κονγκό είναι μέσα μας...

Το μυθιστόρημα φέρνει επίσης στο μυαλό το εξαιρετικό βιβλίο του Φλάναγκαν, το "ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΙΧΘΥΩΝ" στην δύναμη της αφήγησης και το υποδόριο χιούμορ που το διαπερνάει. Λιγότερο καίριο αλλά σίγουρα πιό ελκυστικό από το «ΨΥΧΡΟ ΔΕΡΜΑ» λόγω της περιπετειώδους μορφής του και των δυνατών στιγμών στην Αφρικάνικη ήπειρο. Χάνει όμως όταν φεύγει από την δράση, διότι οι σκηνές στην καθημερινότητα του Τόμσον δεν στέκονται στο ίδιο ύψος ενδιαφέροντος. Όπως όμως και να το δει κανείς δεν μπορεί παρά να μην υποκλιθεί στην δύναμη της γραφής αυτού του ιδιόρρυθμου ανθρωπολόγου που επαναφέρει την γοητεία της περιπέτειας και την ηδονή που αισθάνεται ο αναγνώστης όταν «χάνεται» μέσα σε μιά καλή ιστορία, όπως ακριβώς τα γράφει το Die Zeit στο απόσπασμα που παραθέτω:

«Η «ΠΑΝΔΩΡΑ ΣΤΟ ΚΟΝΓΚΟ», είναι ένα βιβλίο για το πάθος και τον πόθο της ανάγνωσης, αυτά δηλαδή που κάνουν να ζωντανεύουν οι ιστορίες μέσα από το χαρτί και που ο κάθε άνθρωπος βιώνει μόνος και με το δικό του τρόπο. Γι’αυτό ο Piñol απευθύνεται στο βαθύ, πρωταρχικό μας ένστικτο ως αναγνωστών. Αφηγείται μιά ιστορία στα πρότυπα του λαϊκού, φτηνού μυθιστορήματος που σε όλους μας αρέσει να διαβάζουμε, βάζοντάς της τον υπότιτλο Παιχνίδι Φαντασίας και Ταυτότητας, και κάνοντας έτσι συν-συγγραφείς τους αναγνώστες του, οι οποίοι κάποιες φορές πολύ θα ήθελαν να πάρουν το σενάριο από τα χέρια του συγγραφέα και να οδηγήσουν τη δράση εκεί που νομίζουν οι ίδιοι.»
Πηγή : librofilo

Extraordinary Pantene Commercial

Η πρώτη μέρα της ελληνικής τηλεόρασης (23-02-1966)

ΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ


"Τώρα, στο γύρισμα του καιρού, πρέπει να το μπορέσεις,
όχι μονάχα ως το τέλος να παλεύεις για τη νίκη,
αλλά να την αντέχεις δίχως έπαρση ή άγρια χαρά
και πιό πολύ την ήττα στην ώρα της να δέχεσαι,
να την ομολογείς χωρίς ταπείνωση μήτε πλαστή αταραξία.


Των άλλων η συμπόνια, ο φθόνος, η κρυφή αγαλλίαση,
όποια κι αν παίρνουν όψη με κάτι σε πλουτίζουν,
όμως εσύ μη ρίχνεις την ευθύνη όλη στους άλλους,
μην παίρνεις όλη την ευθύνη απάνω σου,
μην ψάχνεις γι' αντιδρομές ή εύνοιες της τύχης
γι' απρόβλεπτα περιστατικά που υπάρχουν πάντα,
κυρίως πρόσεχε την ηδονική αιώρηση
ανάμεσα σε αυτοδικαίωση και σ' αυτοκαταδίκη.


Μόνο λίγο πιο γνωστικός να βγεις, μόνο να μάθεις
κάπως πιο ήρεμα ν αντικρίζεις τα ανθρώπινα.

(Τίτος Πατρίκιος, "Το Γύρισμα του Καιρού", Γενάρης 1960)

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Μέχρι το τέρμα


Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι μέσα στους παγετώνες της Εποχής των Αλαζόνων. Στέκονται όλοι σε μια στάση λεωφορείου κι ας γνωρίζουν ότι η γραμμή «Ελπίδα-Όνειρο» έχει καταργηθεί προ πολλού. Έχουν την περίεργη εμμονή να βγαίνουν από το σπίτι τους και να μην κρατούν ποτέ ομπρέλα ακόμα και αν το σύστημα βρέχει τόσο άδικο που σε τρυπάει μέχρι το μεδούλι. Πάντα στην μια τους τσέπη έχουν το εισιτήριο, που χρόνια ένας εισπράκτορας της Εντιμότητας δεν βρέθηκε να τους το ακυρώσει.

Όλοι στην ίδια στάση χωρίς υπόστεγο στέκονται αμίλητοι κοιτώντας τα λεωφορεία άλλων γραμμών να περνούν κάθε λεπτό αιώνες τώρα. Η γραμμή που έχει την περισσότερη κινητικότητα είναι η «Κατάφαση-Λησμονιά». Όλα τα λεωφορεία της, από το πρωί μέχρι το άλλο πρωί, είναι ασφυκτικά γεμάτα από πλάσματα που έχουν πάντα τα ρούχα τους στεγνά, όσο άδικο κι αν βρέχει, ενώ το πρόσωπό τους δεν έχει ούτε μία ρυτίδα. Μόνο τα μάτια τους που κοιτούν έξω από τα χνωτισμένα παράθυρα έχουν την θαμπάδα των νεκρών βλεμμάτων. Σαν τεράστιες νεκροφόρες κινούνται αυτά τα οχήματα κάθε μέρα αιώνες τώρα και κάθε φορά που θάβεται ένας από τους επιβάτες πάντα βρίσκονται δύο να πάρουν την πολυπόθητη θέση του.

Αντίθετα με αυτούς που βρίσκουν πολλούς αντικαταστάτες, οι άνθρωποι της γραμμής «Ελπίδα- Όνειρο» δεν βρίσκουν ποτέ. Κατά έναν περίεργο τρόπο μετά την κηδεία αυτών, η θέση τους μένει κενή στην στάση τιμητικά. Σαν να υπάρχει έναν άγραφος κανόνας κανείς να μην κλέβει το όνειρο και την ελπίδα του άλλου ακόμα κι αν δεν είναι εκεί για να τα υπερασπιστεί ή για να τα προσμένει. Κανείς δεν παίρνει το εισιτήριο από την τσέπη αυτού που έφυγε. Είναι η πρώτη φορά που βγάζουν το εισιτήριο από την τσέπη του και του το βάζουν στο χέρι. Λες και το λεωφορείο που χρόνια περίμενε έφθασε. Λες και ανεβαίνει ένα – ένα τα σκαλιά. Λες και ο εισπράκτορας είναι επιτέλους στην θέση του. Λες και το Όνειρο τελικά ήταν μια ζωή δρόμος.

Short Animation - "Think"


Το "Think" είναι ένα μικρού μήκους animation, που ασκεί κριτική πάνω στα κοινωνικά στερεότυπα και ιδεώδη, φωτογραφίζοντας την ελαττωματική, έμφυτη τάση του ανθρώπου, να προσαρμόζεται στη "στάση" του κοινωνικού του περιβάλλοντος.

 

Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

A Chinese village like an oil painting.....










Στη σκιά του Βενιζέλου

«…Γύρισα στο Παρίσι, στην οδό Rue Beaujon, όπου με περίμενε η ανάμνηση εκείνου, που η παρουσία του είχε γεμίσει την ύπαρξή μου. Ζώντας πια κάτω από τη σκιά της σκιάς του Βενιζέλου, τα έντονα και ζεστά χρώματα της δράσης πήραν τις πιο απαλές αποχρώσεις της περισυλλογής. Είχα ζήσει με εκείνον και για εκείνον…
…Πάντοτε αγαπούσα τα ταξίδια και σ’ όλες τις δυσκολίες τις ζωής κράτησα ανέπαφη τη δίψα να γνωρίζω και να μαθαίνω – έτσι πέρασα μια ζωή γεμάτη δίχως κορεσμό, και τώρα που πλησιάζει το τέλος της εξακολουθούν και μ’ ενδιαφέρουν όλα…
…Τη γοητεία που του αναγνώριζαν δεν την ασκούσε συνειδητά. Ήταν μια γοητεία που δεν ήταν αποτέλεσμα επιθυμίας να αρέσει, δεν ήταν απλώς ένα ευχάριστο μέσο για να επιτύχει το σκοπό του. Ήταν η ακτινοβολία μιας μεγάλης εντιμότητας και μιας καλοσύνης βασισμένης στην προσπάθεια να καταλάβει τον άλλον. Ο λόγος του ήταν διεισδυτικός, γρήγορος και σαφής, όμοιος με ορεινό χείμαρρο…
…Γύρισα στο Παρίσι, στην οδό Rue Beaujon, όπου με περίμενε η ανάμνηση εκείνου, που η απουσία του θα απασχολούσε τη σκέψη μου, όπως η παρουσία του είχε γεμίσει την ύπαρξή μου.
Ζώντας πια κάτω από τη σκιά της σκιάς του Βενιζέλου, τα έντονα και ζεστά χρώματα της δράσης πήραν τις πιο απαλές αποχρώσεις της περισυλλογής.
Είχα ζήσει μαζί με εκείνον και για εκείνον μια ζωή εναλλαγές και πάθος. Πούλησα το διαμέρισμά μου στο Παρίσι, σκόρπισα τα έπιπλα, τους πίνακες και τις λιθογραφίες, χάρισα τα περισσότερα βιβλία μου. Χρειάζονται τόσα πράγματα για να ζήσεις ; …»

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Στη σκιά του Βενιζέλου», Έλενα Βενιζέλου, εκδ. Ωκεανίδα)

μιά λέξη...


"Πόσο προσεχτικά είχε διαλεχτεί αυτή η λέξη!
Η λέξη που επιτρέπει το ναι, η λέξη που κάνει δυνατό το όχι.
Η λέξη που δίνει το ελεύθερο στην ελευθερία και αφαιρεί κάθε υποχρέωση απ' τον έρωτα.
Η λέξη που ανοίγει κάποιο παράθυρο όταν κι η τελευταία πόρτα έχει κλείσει.
Η λέξη απ' την οποία εξαρτάται κάθε περιπέτεια, κάθε ευθυμία, κάθε νόημα, κάθε τιμή.
Η λέξη που βάζει μπρος τον κινητήρα της ανάπτυξης.
Η λέξη που ψυθιρίζει το κουκούλι στην κάμπια.
Η λέξη που απαγγέλουν τα μόρια πριν ενωθούν.
Η λέξη που χωρίζει καθετί το νεκρό από καθετί ζωντανό.
Η λέξη που κανένας καθρέφτης δε γυρίζει πίσω.
Εν αρχή ην ο λόγος και ο λόγος ην
ΕΚΛΕΚΤΑ"
(Απόσπασμα από το βιβλίο "Τρυποκάρυδος (Μια απίθανη ιστορία αγάπης)", Τομ Ρόμπινς, εκδ. Αίολος)

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

SAVOIR VIVRE Δημοσίων Υπαλλήλων

μιλώντας για τα αυτονόητα....


Οδηγός καλής συμπεριφοράς δημοσίων υπαλλήλων


κι όμως υπάρχει!!

Ελευθερία

"Ελεύθερος είναι αυτός που απολαμβάνει το δικαίωμα να δρα ελεύθερα...Η Ελευθερία είναι μια λέξη που βάζει φωτιά στα όνειρα των ανθρώπων. Δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να την εξηγήσει και κανείς που να μην την καταλαβαίνει"

πηγή :       

Το «Nησί των λουλουδιών» (Ilha das Flores, 1989) του Jorge Furtado είναι ένα πειραματικό ντοκιμαντέρ δεκατριών λεπτών από τη Βραζιλία, μέσα από το οποίο παρακολουθούμε την ιδιότυπη πορεία μιας χαλασμένη τομάτας στον κόσμο των ανθρώπων.
Ξεκινώντας από το κτήμα του Ιάπωνα κυρίου Σουζούκι, η τομάτα πουλιέται σε ένα σουπερμάρκετ. Από εκεί την αγοράζει μαζί με λίγο χοιρινό η κυρία Ανέτ, πωλήτρια αρωμάτων. Η Ανέτ ετοιμάζεται να φτιάξει μια σάλτσα για το χοιρινό αλλά, αποφασίζοντας ότι μια από τις τομάτες του κυρίου Σουζούκι δεν πληροί τις προϋποθέσεις, την πετάει στα σκουπίδια. Μαζί με τα υπόλοιπα απορρίμματα, η τομάτα μεταφέρεται στο «Νησί των Λουλουδιώ»ν, την χωματερή του Πόρτο Αλέγκρε, όπου λαμβάνει χώρα μια εκπληκτική διαδικασία διαλογής: το καταλληλότερο οργανικό υλικό δίνεται στα γουρούνια για τροφή, ενώ το υπόλοιπο -το μέρος που κρίθηκε ακατάλληλο για τους χοίρους- δίνεται σε φτωχές γυναίκες και παιδιά που δεν έχουν άλλο τρόπο για να σιτιστούν.
Το νησί των λουλουδιών βραβεύτηκε με την Αργυρή Άρκτο στο Φεστιβάλ του Βερολίνου το 1990, ενώ το 1995 επιλέχθηκε από Ευρωπαίους κριτικούς ως μια από τις εκατό σημαντικότερες ταινίες μικρού μήκους του εικοστού αιώνα.

«Biutiful»

ΜΟΛΙΣ ΑΡΧΙΣΑΜΕ.!!!!!!

Mην ακουμπάτε στον τοίχο, μη πατάτε στο πεζοδρόμιο ΜΗ !!!!
αυτά ήταν τα λόγια του σκοπού στην είσοδο του προεδρικού μεγάρου.Τόση απορία σε μάτια αστυνομικού δεν είχα ξαναδεί (ως τότε)
-Τι είστε εσείς ;;;
-Τέσσερις άνθρωποι είμαστε πολίτες, είπαμε
-Δεν επιτρέπεται να είστε εδώ, απάντησε
-Εδώ πού ;
-Εδώ στο πεζοδρόμιο....
Σε κλάσματα δευτερολέπτου οι αστυνόμοι έγιναν 3
Οι διαπραγματεύσεις μας για την παραμονή μας στο πεζοδρόμιο συνεχίστηκαν, με ένα διάλογο που γελοιότερος αυτού ίσως να μην υπήρξε ποτέ πριν σε πεζοδρόμιο....
-Είμαι πολίτης και έχω δικαίωμα να βρίσκομαι στο πεζοδρόμιο.
-Όχι σε αυτό το πεζοδρόμιο !!!
-Γιατί ;;;;;
-Γιατί αυτό το πεζοδρόμιο είναι έξω από το προεδρικό μέγαρο!
-Είναι ιδιωτικό το πεζοδρόμιο;;;
-Όχι.
-Τότε γιατί δε μπορούμε να μείνουμε εδώ ;;
-Γιατι από εδώ συνήθως δεν περνάει κόσμος.
Οι τέσσερις γίναμε οκτώ, δέκα κι έφταναν κι άλλοι, με ταξί, μηχανές, πεζοί κρατώντας στα χέρια τους έντυπα με υπογραφές.
Έντρομος ο σκοπός !!!
"Κίνηση στο πεζοδρόμιο του προεδρικού μεγάρου.Συνωστισμός για την ακρίβεια."
Είμαστε πλέον 20 πολίτες και περίπου 30 αστυνομικοί, ένστολοι και μη, εκτός από τον προϊστάμενο ασφαλείας του προεδρικού μεγάρου που έφτασε με μια μαύρη mercedes και προχώρησε πεζός προς το μέρος μας.
-Δε μπορείτε να βρίσκεστε εδώ, είπε.
-Γιατί;;
-Γιατί δε συνηθίζεται πολίτες να βρίσκονται έξω από το προεδρικό μέγαρο.
-Θέλουμε να μπούμε μέσα, να καταθέσουμε ένα αίτημα
(στη θέα του χοντρού φάκελου, πρέπει να κοκκίνησαν τα μάγουλά του αν και είχε ήδη ενημερωθεί από τους προηγούμενους ότι τον έλεγξαν.)
-Να πάτε στη βουλή. Εδώ δε μπορείτε να περάσετε.
Και να χωριστείτε!!! Δε μπορείτε να περπατάτε όλοι μαζί !!!
-Γιατί;;;;
-Για να μη φαίνεστε πολλοί!!!!! (ναι το είπε....)
Μιά κλούβα έφτασε και μια διμοιρία ΜΑΤ μας περικύκλωσε...συνοδεύοντάς μας μέχρι τη βουλή...μηχανές ΔΙΑΣ ακολουθούσαν...
Στην είσοδο της βουλής μας περίμενε άλλη μία διμοιρία (πράσινη αυτή..)
-Στοοοοπ !!! είπε ο επικεφαλής της, προτάσσοντάς μας το χέρι του, κι ήταν τόσο μα τόσο αξιολύπητο το βλέμμα του, μη ξέροντας πώς να αντιμετωπίσει εμάς που δε μπορούσε καν να μας χαρακτηρίσει, πασχίζοντας να συνεννοηθεί με τους ανωτέρους του με δύο ασυρμάτους,
ιδρωμένος, απορημένος, χαμένος....

Ένας από τους επικεφλής της ασφάλειας της βουλής μας πλησίασε.
-Ποιοί είστε ;;
-Πολίτες.
-Ποιοί ;;
-Δεν ξέρουμε, δε προλάβαμε να συστηθούμε μεταξύ μας, μας περικύκλωσαν οι συνάδελφοί σας....
Μακάρι να μπορούσα να φωτογραφήσω το βλέμμα του....δε μπορώ να το περιγράψω με λόγια....
-Δε μπορείτε να περάσετε. Παραδώστε το σε εμάς και θα το μεταφέρουμε.
-ΔΕ ΘΑ ΦΥΓΟΥΜΕ ΑΠΟ ΕΔΩ ΑΝ ΔΕΝ ΠΑΡΟΥΜΕ ΑΡΙΘΜΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ.

Μετά από πολλή ώρα διαπραγματεύσεων, αποκλεισμό του πεζοδρομίου, κι άλλους αστυνομικούς, όλων των μονάδων, μας ανακοίνωσε.
-Τρεις από εσάς μόνο.
Μετά τον σωματικό έλεγχο, τον έλεγχο των τσαντών μας και του φακέλου με τις υπογραφές,
τη σημείωση και κράτηση για όσο βρισκόμασταν μέσα στο κτίριο των ονομάτων, αριθμών τηλεφώνων και αριθμών ταυτότητάς μας, βρεθήκαμε τρεις γυναίκες να περπατάμε στους διαδρόμους της βουλής, με τη συνοδεία της ασφάλειας
-Βγάλτε μας μια φωτογραφία, του είπα.
Απλώς χαμογέλασε.
-Περιμένετε εδώ, μας είπαν έξω από το γραφείο του προέδρου της βουλής.
Μετρούσα αντίστροφα από μέσα μου, χαμογελούσα .
Η γραμματέας του μας υποδέχτηκε με ένα ηλίθιο ειρωνικό χαμόγελο.
Συνέχισε να το φοράει (ασορτί με το D&G μπλουζάκι της και το m.c.hammer screen saver στον υπολγιστή της ) για όση ώρα της εξηγούσα ότι 
ο φάκελος περιείχε αίτημα πολιτών για την κατάργηση της βουλευτικής ασυλίας και των νόμων περί ευθύνης υπουργών, υπογεγραμμένο από πολίτες.Μέχρι που...τον άνοιξα....
Το σαγόνι της κατέβηκε κυριολεκτικά....το βλέμμα της καρφώθηκε κυριολεκτικά στον όγκο των εγγράφων ....δε μπορούσε πλέον να αρθρώσει λέξη....
Στα μάτια της καθρεφτίστηκε ο αριθμός...7.989 υπογραφές....
-Θα φέρουμε κι άλλες, της είπα, τις επόμενες μέρες.
Θέλουμε τον αριθμό πρωτοκόλλου για να τις επισυνάψουμε.
Πήρε ένα μικρό χαρτάκι, το σφράγισε και σημείωσε....αρ. πρωτ.3903.

Στο πεζοδρόμιο, μας χειροκροτήσαμε, εμείς οι είκοσι, εμάς τους 7.989, φιληθήκαμε κι αγκαλιαστήκαμε... φύγαμε δίνοντας μια υπόσχεση.
ΜΟΛΙΣ ΑΡΧΙΣΑΜΕ.

The Crescent Moon Bear

Μια εξαιρετική παράσταση, που συνεχίζει το δρόμο της...



“Το κορίτσι που ήθελε να αγγίξει το μισοφέγγαρο”

Πειραματικό θέατρο σκιών με τρισδιάστατη εικόνα
ζωντανή ηλεκτρονική μουσική και αφήγηση
απο το Κουκλοθέατρο ParaMana

Υπάρχουν πράγματα που μόνο οι στρατιώτες βλέπουν. Μόνο αυτοί ξέρουν πως είναι, αυτοί και οι δικοί τους που τους περιμένουν…

Η ιστορία είναι βασισμένη στο γιαπωνέζικο παραμύθι Tsuki no Waguma, - The Crescent Moon Bear. Μέσα από την χρήση πρωτότυπων τεχνικών του Θεάτρου Σκιών, μιας αυτοσχέδιας πρότυπης μηχανής προβολής, της ζωντανής ηλεκτρονικής μουσικής και αφήγησης ταξιδεύουμε πίσω στον Πόλεμο των Χαρακωμάτων και στις Μη αναστρέψιμες συνέπειες του.
“Το κορίτσι που ήθελε να αγγίξει το μισοφέγγαρο” είναι ένα παραμύθι για ενήλικες, που μιλά για την απώλεια, τη ζωή και τον θάνατο, την αγάπη, τον πόνο αλλά και για το περιπετειώδες ταξίδι ενός μικρού παιδιού που θέλει να σώσει την ψυχή του πατέρα του.

Info:
Παραστάσεις: Δευτέρα 21 και Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011
Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου και Τρίτη 1 Μαρτίου 2011
ώρα 21.30 στο Six D.o.g.s, Αβραμιώτου 6-8, Μοναστηράκι, Αθήνα.
Πληροφορίες-Κρατήσεις: 210.3210510, 6973.364350
Είσοδος 10 ευρώ
Ηλικίες: Ενήλικο κοινό +14
Διάρκεια: 55 λεπτά.

ΑΓΑΠΗΜΕΝΕΣ ΒΟΛΤΕΣ

ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ